Οι περισσότεροι –αν όχι όλοι– οι άνθρωποι ονειροπολούν. Με άλλα λόγια, όλοι μας λίγο-πολύ αρχίζουμε να πλάθουμε πότε-πότε ιστορίες στο κεφάλι μας από κάποια ηλικία και μετά. Ακόμα και αν μας φαίνεται παράξενο, η ονειροπόληση, η δημιουργία φαντασιώσεων, είναι κάτι κοινό για όλους τους ανθρώπους. Ωστόσο, το άτομο έχει την τάση να ντρέπεται για τις φαντασιώσεις του, να τις κρύβει από τους άλλους και να τις φυλάει σαν μεγάλα, επτασφράγιστα προσωπικά μυστικά. «Προτιμά», όπως υπογραμμίζει χαρακτηριστικά ο Σίγκμουντ Φρόιντ στο έργο του «Τέχνη και Ψυχανάλυση», «να ομολογήσει τα σφάλματά του παρά να αποκαλύψει τις φαντασιώσεις του». Και προσθέτει: «Ίσως να θεωρεί ότι είναι ο μόνος που έχει πλάσει τέτοιες, χωρίς καν να υποψιαστεί ότι και άλλοι δημιουργούν στη φαντασία τους όπως αυτός». Γιατί, όμως, συμβαίνει αυτό; Γενικά, γιατί ονειροπολούμε; Ποια ανάγκη μας εξυπηρετεί; Πού έχει τις ρίζες της η ονειροπόληση; Πώς λειτουργεί; Ας δούμε πώς απαντά σ’ αυτά τα ερωτήματα ο κορυφαίος ψυχαναλυτής.
Όλα ξεκινάνε όταν είμαστε παιδιά… «Τα παιδία παίζει». Θα ξαφνιαζόμαστε αν μαθαίναμε πόσο σημαντικό είναι το παιχνίδι για τα παιδιά. Είναι ο τρόπος τους να γίνουνε μεγάλοι μέσω της φαντασίας τους (όταν, π.χ., τα αγόρια κάνουν τους ιππότες ή τα κορίτσια τις κυρίες, στα παιχνίδια τους αυτά είναι ενήλικες. Τυχαίο;) καθώς, επίσης, και μια διέξοδος από την πραγματικότητα.Όσο το άτομο μεγαλώνει, τόσο σταματάει να παίζει. Φτάνουμε, λοιπόν, στον έφηβο και τον ενήλικα οι οποίοι, όντας μεγάλοι για παιχνίδια, πρέπει να στραφούν κάπου αλλού για να «ξεδίνουν» από την πραγματικότητα. Παραδίνονται, έτσι, στη φαντασία τους κι επιδίδονται στην ονειροπόληση. Τη δημιουργία, δηλαδή, φαντασιώσεων.
Τη στιγμή που το παιδικό παιχνίδι σχετίζεται με τον υλικό κόσμο (για να γίνεις καβαλάρης πρέπει να καβαλήσεις μια σκούπα –υλικό αντικείμενο– κι αν δε φορέσεις κι ένα κατσαρόλι –κι άλλο υλικό αντικείμενο– ανάποδα στο κεφάλι δεν έχει το ίδιο φίλινγκ…), η ονειροπόληση είναι κάτι το εξ ολοκλήρου εγκεφαλικό.
Το ώριμο άτομο δημιουργεί φαντασιώσεις και ντρέπεται γι’ αυτές. Γιατί; Επειδή δεν έχει πλέον το τέλειο άλλοθι για να ξεφεύγει από τον πραγματικό κόσμο: δεν είναι παιδί. Αντιλαμβάνεται ότι οι γύρω του περιμένουν από αυτό να αναλαμβάνει ευθύνες, να πατάει με τα δυο του πόδια στη γη, να εργάζεται, να τρώει, να κοιμάται. Όχι να τα παρατάει όλα αυτά για να κάνει νοερές βολτούλες σε φανταστικούς κόσμους! Απαράδεκτο! Το άτομο καταλήγει, λοιπόν, να βλέπει τις φαντασιώσεις ως κάτι το απαγορευμένο και το παιδαριώδες. Γι’ αυτό και το κάνουν να κοκκινίζει, γι’ αυτό και τις κρύβει.
Τα κίνητρα των φαντασιώσεων είναι οι ανικανοποίητες επιθυμίες. Ο Φρόιντ γράφει: «Κάθε φαντασίωση είναι η πραγματοποίηση μια επιθυμίας» και «Οι φαντασιώσεις διορθώνουν την πραγματικότητα που δεν είναι ικανοποιητική». Η φύση των επιθυμιών που θέτουν σε ενέργεια τη φαντασίωση διαφέρει από άτομο σε άτομο (παράγοντες είναι: το φύλο, ο χαρακτήρας, οι συνθήκες ζωής κ.α.) Γενικά, όμως, διακρίνουμε εύκολα δύο βασικές κατηγορίες επιθυμιών: α) τις λεγόμενες «φιλόδοξες επιθυμίες» που έχουν να κάνουν με την ανύψωση της προσωπικότητας και β) τις ερωτικές επιθυμίες. Στο νέο άντρα, συνυπάρχουν φαντασιώσεις φιλόδοξου και ερωτικού χαρακτήρα. Όλως παραδόξως, στη νέα γυναίκα οι ερωτικές κυριαρχούν σχεδόν απόλυτα(!) διότι «η φιλοδοξία της είναι γενικά απορροφημένη από τις ερωτικές τάσεις».
Τέλος, πώς… «λειτουργεί το μηχάνημα»; Πώς δημιουργείται μια φαντασίωση; Μια φαντασίωση κυμαίνεται σε τρεις χρόνους: παρόν, παρελθόν και μέλλον. Έχουμε την παρουσίαση της ευκαιρίας στο παρόν που ξυπνάει μια επιθυμία κι έπειτα συνδέεται με μια ανάμνηση (συνήθως της παιδικής ηλικίας) όπου η επιθυμία ήταν πραγματοποιημένη για να πυροδοτηθεί τελικά η δημιουργία της φαντασίωσης, ένα σενάριο για ένα μέλλον όπου η επιθυμία έχει ικανοποιηθεί. Ας το δούμε, όμως, με ένα παράδειγμα, γιατί έτσι μάλλον δεν καταλαβαίνει κανένας τίποτα…
Έστω ότι ένα ωραίο πρωί, εκεί που περπατάτε στην αγορά, στη βιτρίνα ενός καταστήματος με οπτικά βλέπετε τα σούπερ-ντούπερ-γουάου τέλεια ρέιμπαν. ΤΑ ΘΕΛΕΤΕ. (Το παράδειγμα παραείναι ηλίθιο και υποψιάζομαι ότι κανείς δε θα καθόταν να φαντασιωθεί ένα μέλλον όπου θα φορούσε μουράτα γυαλιά, άρα δε θα υπήρχε και δημιουργία φαντασίωσης σ’ αυτό το σενάριο, αλλά ας υποθέσουμε ότι αυτός ο άνθρωπος –που θέλει τα ρέιμπαν ΤΟΣΟ πολύ– υπάρχει.) Αμέσως, πάτε και βρίσκετε κάπου βαθιά στο μυαλό σας μια ανάμνηση μιας στιγμής -συνήθως της παιδικής σας ηλικίας- όπου είχατε ωραία γυαλιά, γυαλιά που σας ενθουσίαζαν περίπου όσο αυτά. Ήσαστε, λέει, πέντε χρονών μπόμπος και περπατάγατε μοστράροντας τα κουλ γυαλιά ηλίου σας κι αισθανόσαστε ωραία. Έπειτα, αρχίζετε και πλάθετε στο μυαλό σας την εικόνα ενός μέλλοντος όπου έχετε τα γυαλιά της βιτρίνας και ο,τι αυτό συνεπάγεται, π.χ. κομπλιμέντα από τους φίλους σας. Έτσι πάει λοιπόν…
Είναι ωραίο πράγμα οι φαντασιώσεις και σχετίζονται άμεσα με τα όνειρα, που κι αυτά έχουν πολύ ενδιαφέρον...
Βινίτσιο Ντούβλης (Α'3)



